Ο Μεσσηνίας Χρυσόστομος για το διάλογο Ορθοδόξων-Ρωμαιοκαθολικών (HRISOSTOM DE MESSINIA DESPRE DIALOGUL DINTRE ORTODOCŞI ŞI CATOLICI. VA APĂREA TRADUS ÎN 5 LIMBI)

Ο Μεσσηνίας Χρυσόστομος για το διάλογο Ορθοδόξων-Ρωμαιοκαθολικών


Βαρυσήμαντη συνέντευξη για την πορεία και τη σημασία του διαλόγου Ορθοδόξων-Ρωμαιοκαθολικών παραχώρησε ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος, εκπρόσωπος της Εκκλησίας της Ελλάδος στον εν λόγω διάλογο που εκ μέρους των Ορθοδόξων τον συντονισμό έχει το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος απάντησε στις ερωτήσεις του έγκριτου περί των Οικουμενικών Θεμάτων Ιταλό δημοσιογράφο Gianni Valente και θα δημοσιευθεί στο προσεχές τεύχος του περιοδικού «30 giorni» που εκτυπώνεται σε πέντε γλώσσες.Στη συνέντευξη, αποσπάσματα της οποίας προδημοσιεύει το Amen.gr, ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας τονίζει την σημασία του διαλόγου μεταξύ Ορθοδόξων και Καθολικών και ότι ο διάλογος πήρε μια νέα πορεία μετά την συνάντηση της Ραβέννας(2007), όπου και συντάχθηκε το κείμενο, αποκαλούμενο ακριβώς, κείμενο της Ραβέννας και το οποίο αποτελεί την Road Map του Θεολογικού διαλόγου.

Ο Μεσσηνίας δεν αποκρύπτει τις δυσκολίες που υπάρχουν, αλλά τις καταλογίζει σε συντηρητικές νοοτροπίες που υπάρχουν σε τμήματα των δυο Εκκλησιών. Αξιοσημείωτο είναι ότι για πρώτη φορά τονίζεται ότι και το σύνολο του ποιμνίου των δυο Εκκλησιών πρέπει να ενημερώνεται για τα τεκταινόμενα στην Εκκλησιαστική κοινωνία ούτως ώστε να σπάσει το μονοπώλιο μιας συντηρητικής και μερικές φορές φονταμενταλιστικής μειοψηφίας .

Ακολουθούν τα αποσπάσματα της συνέντευξης του Μητροπολίτη Μεσσηνίας Χρυσόστομου:

«30 giorni»: Φέτος, με τη σύγκληση της Μικτής Επιτροπής του Θεολογικού Διαλόγου στη Βιέννη (19-27 Σεπτεμβρίου 2010), συμπληρώνονται 30 χρόνια από την ημέρα της επίσημης έναρξης (Πάτμος-Ρόδος 1980) του Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ της Ορθοδόξου και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Πιστεύετε ότι μέσα σ’ αυτήν την τριακονταετία έχει παραχθεί ουσιαστικό έργο από τη Μικτή Θεολογική Επιτροπή, το οποίο να δίνει και μία προοπτική προς το μέλλον;

Μητρ.Μεσσηνίας: Θεωρώ ότι κάθε μορφή Διαλόγου έχει να παρουσιάσει θετικά στοιχεία και ουσιαστική προσφορά στη ζωή των Εκκλησιών και στους ανθρώπους, κυρίως δε όταν ο Διάλογος αυτός είναι Διάλογος αληθείας και αγάπης. Έτσι λοιπόν και ο Θεολογικός Διάλογος μεταξύ των δύο Εκκλησιών, Ορθοδόξου και Ρωμαιοκαθολικής, ξεκίνησε ως ένας διάλογος αγάπης και αληθείας και συνεχίζει, για τριάντα χρόνια, τη δύσκολη αλλά εποικοδομητική αυτή πορεία του, μία πορεία, η οποία φαίνεται ότι έχει μία δυναμική και προσβλέπει θετικά προς το μέλλον. Είναι μία πορεία, μέσα από την οποίαν ανεδείχθησαν σπουδαίες θεολογικές προσωπικότητες αλλά και που τον τίμησαν με την παρουσία τους και με τη σκέψη τους, τόσο της Ορθοδόξου Θεολογίας (Μητρ. Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας, π. Γ. Φλωρόφσκι κ.α), όσο και της Ρωμαιοκαθολικής Derubac, Tillard κ. α). Επίσης είναι σημαντικό ότι με τον συγκεκριμένο Θεολογικό Διάλογο έχουμε την έναρξη ανεπίσημων θεολογικών συναντήσεων, διαλέξεων, ανταλλαγής απόψεων και θέσεων, σε θέματα κυρίως εκκλησιολογικά, τόσο στο χώρο της Δύσης όσο και της Ανατολής, και τα οποία οδήγησαν τελικά στην επίσημη έναρξη του Διαλόγου, 30 χρόνια πριν. Ένας Διάλογος με τέτοιο παρελθόν μπορεί να μην έχει και ένα αντίστοιχο μέλλον) ; !

«30 giorni»: Ποιά νομίζετε ότι είναι τα στοιχεία εκείνα, με τα οποία μπορούμε να αξιολογήσουμε το θετικό έργο κάθε Διαλόγου αλλά και του συγκεκριμένου Διαλόγου;

Μητρ.Μεσσηνίας: Το έργο κάθε μορφής Διαλόγου αξιολογείται θετικά, όχι τόσο από το πλήθος των θεολογικών κειμένων, τα οποία μπορεί να παραγάγει, ούτε βέβαια εάν ο ρυθμός των εργασιών του είναι ταχύτατος, προκειμένου να ολοκληρώσει τον επιδιωκόμενο σκοπό του. Το θετικό έργο του Διαλόγου, εκτιμάται : πρώτον, εάν είναι πραγματικός θεολογικός Διάλογος „επί ίσοις όροι”, δεύτερον, εάν τα θέματα τα οποία συζητά είναι θέματα θεολογικά και όχι εκκλησιαστικής πολιτικής η διπλωματίας, τρίτον, εάν τα θεολογικά κείμενα, τα οποία παράγει είναι όντως μία ουσιαστική θεολογική συμβολή στα ανοικτά ζητήματα, τα οποία απασχολούν τις δύο Εκκλησίες, και όχι απλά μία επανάληψη θέσεων η αντιθέσεων και τέταρτον, εάν είναι Διάλογος μεταξύ Εκκλησιών και όχι κάποιων ομάδων. Πιστεύω ότι ο συγκεκριμένος Θεολογικός Διάλογος μεταξύ των δύο Εκκλησιών, Ορθοδόξου και Ρωμαιοκαθολικής, είναι από τους σοβαρότερους και ουσιαστικότερους. Γιατί ακριβώς πληροί όλες αυτές τις προϋποθέσεις ενός πραγματικού Διαλόγου αληθείας, με εποικοδομητικά αποτελέσματα.

«30 giorni»: Μπορείτε να γίνετε πιο συγκεκριμένος ;

Μητρ.Μεσσηνίας: Στα τριάντα χρόνια ύπαρξης και προσφοράς του Διαλόγου έχουν γίνει πολλές θεολογικές συζητήσεις και συναντήσεις, στις οποίες έχουν κατατεθεί η θεολογική γνώση και η εκκλησιαστική εμπειρία των διαφόρων Αντιπροσώπων, Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών, προκειμένου να επιτευχθεί η θεολογική σύγκλιση σε ένα ζήτημα αρκετά σημαντικό, το οποίο αγγίζει αυτή καθεαυτή την ταυτότητα της Εκκλησίας, η οποία καθορίζεται όχι με κριτήρια θεσμικά αλλά με αρχές και προϋποθέσεις ευχαριστιακές. Τα τρία Θεολογικά Κείμενα (Μονάχου 1982, Bari 1987, Νέου Βαλάμου 1988), με τρόπο επαγωγικό και αναλυτικό, προσπαθούν να περιγράψουν την ταυτότητα της Εκκλησίας, όχι γενικά και αόριστα, αλλά στα πλαίσια της κοινής θεολογικής και εκκλησιαστικής παράδοσης της ζωής των δύο Εκκλησιών, κατά την πρώτη χιλιετία, πριν δηλαδή το σχίσμα του 1054, γιατί ; Διότι οι όροι, οι προϋποθέσεις, η εκκλησιαστική εμπειρία και η θεολογική παράδοση και για τις δύο Εκκλησίες, είχαν μία κοινή εκκλησιολογική συνισταμένη, αυτήν την οποίαν εξέφραζαν και βίωναν εμπειρικά στην κοινή τους πορεία, μέσα στην ιστορία, γι’ αυτό και τα Κείμενα αυτά είναι θεολογικώς πρωτίστως κείμενα σύγκλισης και όχι απλά διαπιστωτικά κείμενα διαφορών και μόνο ! Μετά το σχίσμα του 1054, πολλά από τα παραπάνω «αλλάζουν», λαμβάνουν άλλο περιεχόμενο και εκφράζουν μία άλλη εκκλησιαστική εμπειρία, η οποία θα μελετηθεί από τη Μικτή Θεολογική Επιτροπή, όταν θα συζητηθούν τα εκκλησιολογικά προβλήματα κατά τη δεύτερη χιλιετία.

Με το Θεολογικό Κείμενο της Ravenna (2007) ειδικότερα, όλη αυτή η θεολογική και εκκλησιαστική εμπειρία λαμβάνει συγκεκριμένη προοπτική, με την εφαρμογή (κανονική και εκκλησιολογική) όλων, όσων αναφέρονται στα προηγούμενα τρία Θεολογικά Κείμενα. Είναι συγκεκριμένα ένα Κείμενο, στο οποίο αποτυπώνονται οι «κανονικές συνέπειες της μυστηριακής φύσεως της Εκκλησίας» και περιγράφεται ο τρόπος, στα πλαίσια της εκκλησιαστικής κοινωνίας και της συνοδικότητας, με τον οποίον εκφράζεται και εφαρμόζεται η έννοια και το περιεχόμενο της αυθεντίας. Το σημαντικό στο Κείμενο της Ραβέννας είναι ότι αφενός δεν αποτελεί ένα ανεξάρτητο και αυτονομημένο Κείμενο αλλά είναι μία συνέχεια των προηγουμένων τριών εκκλησιολογικών Κειμένων και αφετέρου αναγνωρίζει ότι το πρωτείο του επισκόπου Ρώμης, ως μία μορφή έκφρασης εξουσίας-αυθεντίας, αναγνωρίζεται ως μία σοβαρή διαφορά μεταξύ των δύο Εκκλησιών, το οποίο θα αποτελέσει και το μελλοντικό θέμα προς συζήτηση και μάλιστα με βάση την αρχή της «εκκλησιαστικής κοινωνίας». Αυτήν ακριβώς την συζήτηση αρχίσαμε στην Πάφο της Κύπρου (2009) και θα συνεχίσουμε και στη Βιέννη, τον προσεχή Σεπτέμβριο (2010).

«30 giorni»: Πιστεύετε ότι το Κείμενο της Ravenna είναι ένα Κείμενο, το οποίο συμβάλλει ουσιαστικά ;

Μητρ.Μεσσηνίας: Κάθε θεολογικό κείμενο, με βάση τις αρχές και τις προϋποθέσεις που συντάσσεται, πρέπει να αποτελεί μία πραγματική και ουσιαστική συμβολή, στα πλαίσια του συγκεκριμένου Θεολογικού Διαλόγου, άλλως δεν έχει κανένα λόγο να συνταχθεί και να δημοσιευθεί ως ένα κοινό Κείμενο, το οποίο όμως δεν θα έχει καμία θεολογική σημασία.

Το Κείμενο τής Ravenna είναι μία συμβολή στα εκκλησιολογικα προβλήματα, τα οποία διαπραγματεύεται, και τα οποία αφορούν στην ζωή της Εκκλησίας στη πρώτη χιλιετία, όχι όπως εσφαλμένα προσεγγίζουν το Κείμενο και προσπαθούν να το ερμηνεύσουν κάποιοι θεολόγοι, κάνοντας αναφορές σε κείμενα η θέσεις της δεύτερης χιλιετίας. Και συγκεκριμένα : α) Δίνεται ο ορισμός της συνοδικότητας και περιγράφεται με βάση τον κανόνα 34 των Αγίων Αποστόλων. Ο τρόπος δηλαδή εφαρμογης και λειτουργίας της συνοδικότητας, τόσο γενικά, όσο και ειδικά. Γενικά ως προς την σχέση κάθε πρώτου προς την σύνοδο των επισκόπων και ειδικά στα τρία επίπεδα της συνοδικότητας (τοπικό, επαρχιακό και οικουμενικό/παγκόσμιο). Παντού και πάντοτε όμως ισχύει μία αρχή : Δεν υπάρχει πρώτος χωρίς τη σύνοδο και σύνοδος χωρίς τον πρώτο. β) Καθορίζεται το περιεχόμενο του όρου αυθεντία-εξουσία, ως χάρισμα διακονίας, το οποίο λαμβάνεται από τον κάθε επίσκοπο κατά την χειροτονία και το οποίο είναι γεγονός εκκλησιαστικό και όχι ατομικό η ιδιωτικό. γ) Επισημαίνεται ο ρόλος του πρώτου, σε όλα τα επίπεδα της συνοδικότητας, ως μέλος μιας συγκεκριμένης εκκλησιαστικής κοινότητος, και ο οποίος δεν είναι αυτο-οριζόμενος, αφού κάθε επίσκοπος πρέπει να βρίσκεται σε σχέση κοινωνίας με τους λοιπούς επισκόπους κάθε τοπικής και επαρχιακής Εκκλησίας και ο πρώτος της κατά την οικουμένη Εκκλησίας σε σχέση, αναφοράς και κοινωνίας με τους λοιπούς πρώτους των τοπικών η επαρχιακών Εκκλησιών, όπως αυτή η κοινωνία εκφράζεται στα πλαίσια λειτουργίας της Οικουμενικής Συνόδου, αλλά και κάθε μορφή Συνόδου, αφού καμία τοπική, αυτόνομη η αυτοκέφαλη Εκκλησία δεν είναι εκκλησιολογικά αυτάρκης.

«30 giorni»: Στο Κείμενο της Ravenna υπάρχουν σημεία, με τα οποία επισημαίνονται και οι υφιστάμενες διαφορές, μεταξύ των δύο Εκκλησιών ;

Μητρ.Μεσσηνίας: Και βέβαια υπάρχουν και αλλοίμονο να μην υπήρχαν! Στο ίδιο το Κείμενο (παράγραφοι 36,37,39,43,45 και 46) επισημαίνεται, ότι είναι αναγκαία η ερμηνεία εφαρμογής και άσκησης του πρωτείου στα πλαίσια της Καθόλου Εκκλησίας (Παγκόσμια Εκκλησία), η θέση και ο ρόλος του επισκόπου Ρώμης, ειδικότερα, ως ” πρώτου” μεταξύ των λοιπών πατριαρχών, στα πλαίσια της κοινωνίας όλων των Εκκλησιών και τέλος ο τρόπος σύγκλισης, λειτουργίας και αποδοχής των αποφάσεων των Οικουμενικών Συνόδων. Πως δηλαδή και γιατί μία Σύνοδος μπορεί και αποδέχεται τον Τόμο του Λέοντος, για τη σύνταξη του Δογματικού Τόμου της και συγχρόνως εκδίδει κανόνα, ο οποίος δεν γίνεται να αναγνωρίζεται από μία μερίδα συνοδικών ;

«30 giorni»: Υπάρχουν δυσκολίες στο συγκεκριμένο Διάλογο;

Μητρ.Μεσσηνίας: Σε κάθε μορφή Διαλόγου, υπάρχουν περισσότερες δυσκολίες παρά ευκολίες, εντούτοις όμως προσπαθούμε κάθε φορά να τις επιλύουμε, προκειμένου να ξεπεραστούν τα διάφορα προβλήματα. Υπάρχουν δυσκολίες εσωτερικές, οι οποίες πολλές φορές ήταν οριακές, και οδηγούν σε παύση για κάποιο χρονικό διάστημα των συζητήσεων, υπάρχουν και εξωτερικές δυσκολίες, και αφορούν στο τρόπο και στις προϋποθέσεις με τις οποίες καθίστανται κατανοητά τα συγκεκριμένα Θεολογικά Κείμενα, αλλά και το πως ερμηνεύονται. Θα πρέπει να ξέρουμε, και αυτό μας το διδάσκει η ιστορία των Εκκλησιών, ότι τα προβλήματα και οι δυσκολίες σε ένα Διάλογο μας κάνουν να γινόμαστε περισσότερο προσεκτικοί και ρεαλιστές και λιγότερο ρομαντικοί.

«30 giorni»: Ποιό θεωρείτε ότι είναι το σημαντικό πρόβλημα σε σχέση με το Διάλογο σήμερα ;

Μητρ.Μεσσηνίας: Δεν θα έλεγα ότι είναι πρόβλημα του Θεολογικού Διαλόγου, όσο πρόβλημα των Εκκλησιών μας. Είναι κυρίως η ποιμαντική διαχείριση των κοινών Θεολογικών Κειμένων και η έλλειψη ενημέρωσης του ποιμνίου. Δύο θέματα, τα οποία οδηγούν πολλές φορές, σε αντιδράσεις φονταμενταλίστικου τύπου η τουλάχιστον αποδεικνύουν ότι υπάρχει δυσκολία αποδοχής τους και ανάπτυξη κάποιας παραπληροφόρησης. Τα δύο αυτά φαινόμενα υπάρχουν αντίστοιχα και στις δύο Εκκλησίες, γιατί και στις δύο Εκκλησίες υπάρχουν οι αντίστοιχες αντιλήψεις αλλά και οι ομάδες συντηρητισμού, οι οποίες αν και είναι οι «εραστές του παρελθόντος» εντούτοις επηρεάζουν ανάλογα την εκκλησιαστική επικαιρότητα και αποπροσανατολίζουν την «εκκλησιαστική συνείδηση».

«30 giorni»: Γνωρίζουμε ότι ένας από τους σκοπούς του Διαλόγου, είναι να θεραπεύσει τη διαίρεση και το σχίσμα και να επαναφέρει τις δύο Εκκλησίες σε μία πορεία προς την εκκλησιαστική ένωση, πιστεύετε ότι είναι εφικτό ;

Μητρ.Μεσσηνίας: Είναι γνωστό ότι ο Διάλογος για να είναι πραγματικός Διάλογος πρέπει να λειτουργεί «θεραπευτικά», με σκοπό δηλαδή να επιλύει κάθε πρόβλημα και δυσκολία, με τον πλέον ανώδυνο τρόπο, γιατί αλλιώς δεν είναι Διάλογος αλλά είναι σύρραξη. Το θέμα της ένωσης των Εκκλησιών είναι μία διπλή πορεία. Η πρώτη πορεία είναι η θεολογική, αυτή τη δουλειά την οποίαν κάνουμε στη Μικτή Θεολογική Επιτροπή, όπου διαπιστώνουμε συγκλίσεις, αποκλίσεις και προσπαθούμε να διακριβώσουμε, μέσα από την κοινή θεολογική παράδοση, την εκκλησιαστική εμπειρία και τα ιστορικά δεδομένα, τους τρόπους επίλυσης η και υπέρβασης των θεολογικών διαφορών και προβλημάτων. Αυτή η εργασία δεν είναι εύκολη πάντοτε, αλλά είναι εφικτή και μέχρι τώρα έχει δώσει καρπούς. Αυτή η πορεία, της θεολογικής καταγραφής και αποτύπωσης, είναι και η προϋπόθεση για να ξεκινήσει η δεύτερη πορεία, μία πορεία στην οποίαν οι Εκκλησίες πλέον, ως φορείς και εκφραστές της χάριτος του αγίου Πνεύματος καλούνται να διδάξουν και να καθοδηγήσουν το ποίμνιό τους, στα πλαίσια λειτουργίας της εκκλησιαστικής συνείδησης, ώστε να βιώσουν και να αποδεχθούν τους καρπούς της πρώτης πορείας. Δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει ούτε για μία στιγμή, ότι τόσο η πρώτη, όσο και η δεύτερη πορεία καθοδηγούνται από την χάρη και το φωτισμό του αγίου Πνεύματος και ότι και οι δύο πορείες είναι έργα εκκλησιαστικά, τα οποία πραγματοποιούνται υπό την καθοδήγηση και το φωτισμό του αγίου Πνεύματος, άλλως δεν είναι ούτε πορείες ούτε εργασίες εκκλησιαστικές, και ο Διάλογος δεν είναι έργο της Εκκλησίας. Πρέπει να ξέρουμε ότι το έργο της εκκλησιαστικής ενώσεως δεν είναι «ουδέ του θέλοντος, ουδέ του τρέχοντος αλλά του ελεούντος Θεού

SURSA: AMEN.GR

Lasă un răspuns

Adresa ta de email nu va fi publicată.

%d blogeri au apreciat: